του Λευτέρη Παπαθανάση
Είναι τέλος Ιουλίου. Άλλες χρονιές, τέτοιες μέρες έψαχνες με τα κιάλια για μια θέση στην παραλία που βγάζουμε τα καλοκαίρια μας. Φέτος ήταν όλη δική μας. Όχι ακριβώς όλη βέβαια. Κάποιοι σκόρπιοι σέρβοι, κάποιοι συνταξιούχοι μετανάστες από τη Γερμανία που έρχονται να δουν τους παιδικούς τους φίλους στο χωριό, ελάχιστοι μαγαζάτορες κατά το απόγευμα. Αυτοί. Ούτε καν η νεολαία της πόλης μιας και ακόμη κι αυτά τα χρήματα για τη βενζίνη στο πενηνταράκι πέφτουν μάλλον πολλά.
Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι μόλις τελειώσουν οι διακοπές μας και γυρίσουμε (είμαστε από τους προνομιούχους που βρέθηκαν από τους παππούδες με ένα σπίτι στο χωριό κοντά στη θάλασσα), φυλλομετρώντας τα blog που παρακολουθώ, θα πέσω αρκετές φορές στο άρθρο-κλισέ-του-τέλους-Αυγούστου. Εκείνο που διαμαρτύρεται για τις συνήθειες όλων των υπόλοιπων ανθρώπων που επιχείρησαν να κάνουν μπάνιο δίπλα μας.
Ξέρεις για ποιο πράγμα σου μιλάω. Είναι εκεί που ο υπερ-ψαγμένος τύπος έχει βρει μια παραλία που δεν την ήξερε κανείς και δεν πάταγε κανείς (αλήθεια, τι μανία είναι αυτή να μεταφράζεται σε «ψαγμενιά» μια απεχθής μικροαστική φαντασίωση σύμφωνα με την οποία για να φχαριστηθείς μια παραλία πρέπει να είσαι μόνος σου?), σήμερα έχει (ω, τι τραγικό) «κόσμο»!!! Στη συνέχεια, ο συντάκτης θα γκρινιάξει για κείνους που παίζουν ρακέτες, για κείνους που μιλούν στο κινητό, για κείνους που θέλουν ομπρέλα γιατί δεν είναι τόσο ωραίοι τύποι ώστε να μπορούν να ξεροψήνονται στον ήλιο όλη μέρα. Το άρθρο κλείνει με την καταδίκη της εμπορευματοποίησης των πάντων και της αλλοτρίωσης.